Το Ταξίδι

Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Θέλω να βήξω μα ανάσα δεν βγαίνει. Ο λαιμός μου ένας κόμπος. Το τραίνο ξεκίνησε βαρύ το σύρσιμό του. Ξεμακραίνω και πάλι. Είμαι μόνος στο κουπέ και σκέφτομαι ότι αυτό είναι το μοναδικό ευχάριστο κομμάτι του παζλ, σαν μια ξεκάρφωτη χαρούμενη νότα σε κάποιο ρέκβιεμ. Το κουπέ είναι καφέ κι έχει δυο ξεχαρβαλωμένους καναπέδες από πράσινη τσόχα αντικριστά τον έναν με τον άλλο. Η κουρτίνα στο παράθυρο γεμάτη τρύπες από τσιγάρα, βρόμικη και κίτρινη σαν αρρώστια. Βγάζω τα παπούτσια μου και ξαπλώνω κατά μήκος του ενός καναπέ. Νιώθω την νύστα να με ζαλίζει αλλά προσπαθώ να μείνω ξύπνιος. Μια λάμπα φθορίου κρέμεται απ’ την οροφή. Το πλαστικό κάλυμμα που την κρύβει είναι θολό και το φως που καταφέρνει να βγει σκέτη λέρα. Ξέρω πως αν βυθιστώ στις σκέψεις θα κοιμηθώ και προσπαθώ να κρατήσω το μυαλό μου άδειο όμως η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Βλέπω με κλειστά μάτια το ζαρωμένο της χέρι και μέσα του να χρυσίζει η ζεστασιά. Η απώλεια κάποιες φορές είναι πιο βαριά κι απ’ την ίδια τη γη που πατάμε. Και η ψυχή κουρσούμι κι ας μην υπακούει στους νόμους της βαρύτητας. Θυμήθηκα την πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Ήμασταν στην θάλασσα, τα νερά γαλαζοπράσινα και ο πυθμένας ατόφιο χρυσάφι. Ο ουρανός πιο μπλε κι απ’ το μπλε. Καθόμουν εκεί που έσκαζε το κύμα κι έπινα μπίρα από ένα αλουμινένιο κουτάκι κοιτώντας την να κολυμπά. Όνειρο είναι, μου φώναζε, όνειρο είναι. Και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν τα νερά που ήταν γαλαζοπράσινα και τον ουρανό που ήταν πιο μπλε κι απ’ το μπλε. Μέσα μου κάτι με σφίγγει, κάτι τρομαχτικό που μου προκαλεί δέος. Δεν πρέπει να κοιμηθώ. Πρέπει να κρατήσω την εικόνα της αναμμένη. Πρώτος σταθμός. Κιλκίς. Τρίξιμο στα χαλίκια δίπλα απ’ τις ράγες.

Ο ήχος μονότονος, αποβλακωτικός. Μοιάζει αέναος. Μοιάζει εφιάλτης. Απέναντί μου κάθεται ένας άγνωστος και ακριβώς δίπλα απ’ αυτόν ακόμα ένας. Έχουν μάτια μαυρισμένα, σαν του κατάδικου. Ο απέναντι μου κάνει πάσα φούντα, αρνούμαι μ’ ένα χαμόγελο το οποίο δεν ξέρω καν αν είναι. Προσπαθώ να κοιτάξω έξω απ’ το κλειστό παράθυρο τον ουρανό. Έχω τα μάτια κλειστά για να βλέπω. Το φως του έναστρου ουρανού με τυφλώνει. Ξάπλωνα το βράδυ στην άμμο, είχα στον ώμο το κεφάλι της. Τότε έμαθα να βλέπω με κλειστά τα μάτια, ακούγοντας την φωνή της που δεν υπάρχει. Πες μου τι βλέπεις; Μου ‘λεγε. Βλέπω ένα κουνέλι στον ουρανό. Αλέθει καρύδια μ’ ένα γουδοχέρι. Καλό μου ακούγεται. Ο δεύτερος άγνωστος βγάζει από τον σάκο του ένα μήλο, το σκουπίζει στο μάλλινο πουλόβερ του και το δαγκώνει με την φλούδα. Σουφρώνει τα φρύδια και τραγουδάει σιγανά. Κάνω προσπάθεια να κλείσω τ’ αφτιά μου χωρίς να κουνήσω τα χέρια. Και μετά σκέφτομαι «κάνω προσπάθεια» και με σιχαίνομαι. Πρέπει να το διατυπώσω αλλιώς. Για να τα ‘χω καλά με ‘μένα. Εγώ μόνο φεύγω. Δεν προσπαθώ. Δεν πολεμάω. Είμαι υπέρ του Δεν και της φυγής. Μου μιλάω όλη την ώρα. Μόνο έτσι μένω ξύπνιος. Ο ήχος του τραίνου πάνω στις ράγες κάνει τα βλέφαρά μου βαριά σαν την κεντρική πύλη της φυλακής. Είναι αστείο να λες ότι είσαι ελεύθερος όταν αισθάνεσαι μια ζωή δεσμώτης. Κάθε στιγμή η αόρατη σιδερένια μπάλα, που ‘ναι δεμένη στα πόδια μου διογκώνεται και φουσκώνει περισσότερο. Βγάζει δόντια και γλώσσες, βγάζει δάχτυλα που κουνιούνται απειλητικά και χειρονομούν σαν την τιμωρία. Ο απέναντι συνταξιδιώτης ξεκουμπώνει μια καρτέλα χάπια στην παλάμη του και φέρνει το χέρι στο στόμα μέχρι να μπουν όλα μέσα. Γέρνει το κεφάλι πίσω και κλείνει τα μάτια. Θα κοιμηθεί καλά. Λέει ο δίπλα.

Ξυπνάω έντρομος με μια πικρή γεύση πείνας στον ουρανίσκο. Το στομάχι μου με πεθαίνει. Ακόμα είναι νύχτα, όμως φοβάμαι. Οι απέναντι κοιμούνται έχοντας γύρει ο ένας στον άλλο. Κάποιος απ’ τους δύο ροχαλίζει. Ένας επιβάτης περνάει απ’ το κουπέ, ρίχνει μια βιαστική ματιά και φεύγει. Πρέπει να είμαι χάλια. Φαίνεται πως μόλις περάσαμε τις Σέρρες, έξω στον διάδρομο έχει κίνηση. Κάποιος γελάει δυνατά μιλώντας μάλλον στο κινητό. Βρίζει συχνά και γελάει ακόμα πιο δυνατά. Στο τέλος γυρνάει σε κάποιον και λέει, Ρε μαλάκα έχεις ένα τσιγάρο; Άντρες με χακί στολές. Το κουπέ έχει έντονη μυρωδιά χασίς. Έχω ζαλιστεί κι ο στομαχόπονος δεν λέει να υποχωρήσει. Αλλάζω πλευρό γυρνώντας την πλάτη στους άντρες που κοιμούνται απέναντι. Δεν πρέπει να με πάρει ο ύπνος. Η εικόνα της στροβιλίζεται στο κεφάλι μου. Αν ήταν εδώ δίπλα θα με ρωτούσε, Που πηγαίνουμε μωρό μου; Και ‘γω θα της έλεγα, Στην άκρη του κόσμου πηγαίνουμε. Ωραία θα ‘ναι, Χειρότερα αποκλείεται. Στον επόμενο σταθμό θα κατέβω. Ότι και να γίνει θα κατέβω. Είναι ακόμα νύχτα και θα περπατήσω στο σκοτάδι με τα μάτια κλειστά για να βλέπω την καρδιά μου που χτυπάει σαν τρελή. Μάλλον στην άκρη του κόσμου θα πάω…

Αναρτήθηκε απόErwtas Stomaxhs στις 11:40 πμ 15 σχόλια  

Μια κοινωνία σαν κονσέρβα

Μια κονσέρβα μοιάζει με μια ολόκληρη κοινωνία σε σμίκρυνση
Υπάρχουν σημαντικοί άνθρωποι
Είναι τα λουκάνικα, το κομμάτι το λαρδί
Κι ύστερα είναι τα φασόλια
Εγώ σ’ αυτήν την κοινωνία είμαι ένα φασόλι, έχω την αξία ενός φασολιού
Όταν λείπει ένα φασόλι από μια κονσέρβα κανείς δεν θα το κάνει θέμα στον μπακάλη
Αντίθετα, αν λείπουν τα λουκάνικα... τι σκάνδαλο!
Ζήτω ο κομμουνισμός! Μόνο φασόλια στην κονσέρβα!
Αν έλειπα απ’ αυτή την κοινωνία κανείς δεν θα το ‘παιρνε χαμπάρι
Σκατά σκατά σκατά, θλίψη!
Κρύωσε κι όλας
Τίποτα δεν κρυώνει γρηγορότερα από μια κονσέρβα κρέας με φασόλια
Σαν να μην ήταν αρκετά θλιβερή από μόνη της


Από το "Μεγάλο Ρεμάλι" του Reiser

Αναρτήθηκε απόErwtas Stomaxhs στις 1:47 πμ 5 σχόλια  

Oh, the wind, the wind is blowing,
Through the graves the wind is blowing,
Freedom soon will come;
Then we' ll come from the shadows.

Αναρτήθηκε απόErwtas Stomaxhs στις 12:08 μμ 7 σχόλια  

Ατόφια Επιστήμη

Και ποιος δεν ξέρει εκείνο το χαμόγελο. Εκείνη την ηλίθια φάτσα που έχουν οι αθλήτριες της συντονισμένης κολύμβησης όταν μετά το κόλπο βγαίνουν στην επιφάνεια του νερού με το μανταλάκι στη μύτη. Εκείνη την έκφραση που έχει η ηλικιωμένη τσατσά όταν αντικρίζει το πέος δεκαεφτάχρονου. Εκείνη την αοριστία στην ματιά του τύπου, που περιμένει στην είσοδο της πολυκατοικίας την μέρα του αγίου Βαλεντίνου κρατώντας σοκολατάκια κι ένα μπαλονάκι σε σχήμα καρδούλας για να κάνει στην αγαπητικιά του πρόταση γάμου. Καταλαβαίνετε για τι πράμα μιλάω. Για εκείνο το στραπατσαρισμένο χαμόγελο που μοιάζει με σκισμένη ταπετσαρία μιλάω. Αυτό ακριβώς το χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο, αν μπορεί να το πει κανείς αυτό, στο πρόσωπο του Λάκη την ώρα που καθόταν στην γρανιτένια χέστρα του λοφτ που είχε νοικιάσει και απέναντι έβλεπε τα Ιμαλάια. Δεν λέω, ίσως όλοι οι άνθρωποι να χαμογελούσαν τόσο ηλίθια αν την ώρα που ξαλάφρωναν το έντερό τους είχαν φάτσα κάρτα τα Ιμαλάια, όμως η έκφραση του Λάκη εκείνη την στιγμή ήταν σαν την έκφραση που θα είχε ο Ιησούς στον σταυρό, αν αντί για πρόκες του βάζανε στις παλάμες ζαχαρωτά.

Χρόνια τώρα έκανε επιτυχημένες εκπομπές στην τηλεόραση χτυπώντας τους υψηλότερους δείκτες τηλεθέασης όμως δεν του είχε δοθεί ποτέ η δυνατότητα, λόγω έλλειψης χρόνου, να βγει από την χώρα και να που τώρα τα κατάφερε. Γέμισε μια βαλίτσα ρούχα, κυρίως χοντρά εσώρουχα, ένα κοτλέ παντελόνι, φλις μπλούζες και ένα μπουφάν γεμιστό με πούπουλα χήνας, πήρε ένα αεροπλάνο για την Φρανκφούρτη και από εκεί πέταξε για το Κατμαντού μέσω Αμπού Νταμπί. Στο Κατμαντού με το που πάτησε το πόδι του στο αεροδρόμιο, του την έπεσαν κάτι οδηγοί με τζιπ ενώ ένας βαστάζος του άρπαξε την βαλίτσα και την φόρτωσε σ’ ένα απ’ αυτά. Ο οδηγός ήταν ένας ευχάριστος τύπος που ναι μεν κάπνιζε σ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής χασίς όμως δεν ξεστράτισε ποτέ από τα στενά ορεινά δρομάκια που οδηγούσαν στο λοφτ με την υπέροχη θέα. Ο Λάκης ήταν μαγεμένος. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ζει τέτοιες στιγμές. Είχε αφήσει πίσω του την βάρβαρη ελληνική πραγματικότητα με τις εν ψυχρώ δολοφονίες παιδιών, με τους ξυλοδαρμούς γριών γυναικών από τα ΜΑΤ, με την κοπή των σαράντα πεύκων για την ανέγερση πάρκινγκ, με τον Εφραίμ και τις οφσόρ εταιρείες του, με τους ευσεβείς και θεοφοβούμενους υπουργούς, με τις απόπειρες αυτοκτονιών των γενικών διευθυντών, με τα ερωτικά τερτίπια των καλλιτεχνών πίστας και τα λοιπά θλιβερά φαινόμενα. Τώρα βρισκόταν για πρώτη φορά εκτός Ελλάδος και μάλιστα σ’ ένα εξωπραγματικό τοπίο. Οι πολλές ώρες πτήσης και το τζετ λαγκ τον είχαν επηρεάσει. Δεν ήξερε αν νυστάζει ή όχι, αν ήταν γεμάτος ενέργεια ή αν ήταν σκέτο ράκος, αν πεινούσε ή αν ήταν χορτάτος, αν έχει κέφι ή αν αισθάνεται ανία γι’ αυτό μόλις έφτασε στο λοφτ αποφάσισε να λύσει όλα του τα προβλήματα στον χώρο που έκανε πάντα τις βαθύτερες σκέψεις του. Στο WC. Ο βαστάζος άφησε την βαριά βαλίτσα του Λάκη δίπλα στον καναπέ του ισογείου, ακριβώς απέναντι και ελάχιστα διαγώνια από το τζάκι, ο Λάκης του έβαλε 25 δολάρια στο χέρι και ανέβηκε βιαστικός τις κατάλευκες σκάλες του λοφτ. Φτάνοντας στον πρώτο όροφο έριξε μια ματιά αριστερά και μετά δεξιά εντοπίζοντας πολύ εύκολα την τουαλέτα στη δυτική πλευρά. Κατέβασε τα βρακιά του με σχετική δυσκολία μια και δεν ήταν συνηθισμένος στα χοντρά βαμβακερά υφάσματα που του ζέσταιναν τα μπούτια και κάθισε στην λεκάνη. Έβαλε τους αγκώνες πάνω στα γόνατά του και στήριξε το πιγούνι πάνω στις παλάμες. Το WC δεν είχε τοίχους, γύρω γύρω είχε τζάμι προσφέροντας μοναδική θέα. Κανγκτσενγιούνγκα στα 8.586 μέτρα, Λότσε στα 8.515, Μακάλου στα 8.462, Τσο Ογιού στα 8.201, Ντχαουλαγκίρι στα 8.167.

Τώρα ίσως καταλαβαίνετε λιγάκι καλύτερα τη φύση του χαμόγελου του Λάκη. Τι σκεφτόταν εκείνη την ώρα ο Λάκης και είχε αυτό το χαμόγελο; Θα σας το πω εγώ γιατί δεν μ’ αρέσει να ρίχνω άδεια για να πιάνω γεμάτα σαν τους καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Εκείνη την ώρα ο Λάκης δεν σκεφτόταν τίποτα. Ο Λάκης δεν σκεφτόταν τίποτα κι όμως πληρωνόταν από την στιγμή. Ο Λάκης δεν εξαπατούσε κανέναν μια και το κινητό του τηλέφωνο δεν είχε σήμα, τ’ αφεντικά του βρίσκονταν μίλια μακριά και οι τηλεθεατές του είχαν αλλάξει σταθμό με το τηλεκοντρόλ. Κι όμως. Ο Λάκης αισθανόταν υπέροχα. Τα χιονισμένα βουνά, τα κοχλιοειδή δρομάκια, οι αχνές ακτίνες του ηλίου, τα διάσπαρτα βραχάκια, τα τρεχούμενα ρυάκια, τα ελεύθερα ζωάκια ήταν εκεί και του έκαναν συντροφιά στο χέσιμο. Το μυαλό του ήταν άδειο σαν το κατάλευκο σώβρακο δυσκοίλιου γέρου και ο Λάκης χαμογελούσε γιατί απλά το μυαλό του ήταν άδειο. Αν ο Ντα Βίντσι είχε ζωγραφίσει την κυρία Τζοκόντα από λιγάκι πιο μακρινή απόσταση, θα μπορούσατε όλοι να δείτε ξεκάθαρα ότι η κυρία Τζοκόντα κάθεται επίσης πάνω σε μια χέστρα και δεν σκέφτεται τίποτα. Βέβαια αυτή δεν είχε απέναντί της τα Ιμαλάια, εκείνη την εποχή ένα τέτοιου είδους ταξίδι θα ήταν αδιανόητο, όμως ίσως να έβλεπε κάτι αντίστοιχο εκεί στην Τοσκάνη όντας κι αυτή κουρασμένη από την ανιαρή ζωή στον οίκο των Γερονδίνων.

Μ’ όλα αυτά θέλω να πω πως ναι, πιστεύω στην μεταθανάτια ζωή και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο Λάκης Ζολάπουλος είναι η μετεμψύχωση της Τζοκόντα. Έχω κάνει ενδελεχή έρευνα αφιερώνοντας όλα τα χρόνια της ζωής μου στα πιο σπουδαία εργαστήρια γενετικής της Αυστρίας, της Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, συνδυάζοντας και σπουδάζοντας ταυτόχρονα ψυχολογία, φιλοσοφία, θεολογία και ιστορία της τέχνης και έχω πλέον κατασταλάξει, όντας απολύτως σίγουρος για τα αποτελέσματα των πειραμάτων και των ερευνών μου.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας

Αναρτήθηκε απόErwtas Stomaxhs στις 9:45 μμ 11 σχόλια  

Ζητήματα

Αυτό το κωλάμαξο το βαρέθηκα. Μακάρι να πάνε λίγο καλύτερα τα πράγματα με το μαγαζί φέτος και θα την χτυπήσω την μπέμπα. Δεν είμαι ‘γω για γαλλικά αμάξια. Θέλω κιμπαρλίκι. Δουλεύω σαν τον σκλάβο στο γαμομάγαζο, τρώω τα χρόνια μου εδώ μέσα στην κουζίνα. Την αξίζω την κωλομπέμπα όπως και να ‘χει. Στην τελική είναι και η ασφάλεια. Άνθρωποι είμαστε, πες ότι χτυπάς, πες ότι γίνεται μια στραβή στον δρόμο, να μην είσαι σίγουρος; Δεν το συζητάω, θα την πάρω την πουτάνα την μπέμπα. Μόνο λιγάκι καλύτερα να πάνε τα πράγματα με το κωλομάγαζο ρε γαμώτο. Είναι κι αυτή η κρίση, μας έχει πηδήξει η ρουφιάνα. Αλλά θα την πάρω την ξεκωλιάρα την μπέμπα γιατί το αξίζω ρε γαμώτο. Σαν τον πούστη δουλεύω εδώ μέσα. Το αξίζω. Μόνο να πάνε λιγάκι καλύτερα τα πράγματα με το μαγαζί γαμώ την πουτάνα μου. Δεν ζητάω τίποτε άλλο.

Δεν μπορώ άλλο ρε διάολε. Πόσες ακόμα πρωτοχρονιές θα κάνω με τον Πανταζή στην τηλεόραση να μετράει αντίστροφα; 10, 9, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1 Χρόνια πολλά! Πόσες ακόμα χρονιές ρε γαμώτο; Αρρώστια είναι. Με το βελόνι τα μαζεύω τα άτιμα με το φτυάρι σκορπίζονται εδώ και ‘κει. Πότε θα ‘ρθει η ώρα η ευλογημένη που θα τελειώσει το σπιτάκι στο χωριό; Άρχοντας θα είμαι. Στο τζάκι μου με τις παντόφλες, με το κρασάκι μου ή στην τελική θα καλέσω και δυο τρεις συνάδελφους ρε αδερφέ. Να γιορτάσουμε όλοι μαζί. Γιατί μόνο εγώ είμαι εργένης; Και ο Μανώλης τα ίδια περνάει. Πρόσφατα την χώρισε την άλλη την ξετσίπωτη. Τι πράμα ήταν αυτό ρε γαμώτο; Πολύ προκλητική γυναίκα. Κάθε φορά που βγαίναμε έξω για φαΐ με πόνους στο όσχεο επέστρεφα στο σπίτι. Σκέτη αναστάτωση. Και ο Κώστας εργένης είναι. Ορίστε. Αν ήταν έτοιμο το σπιτάκι τώρα, θα τους μάζευα και θα την βγάζαμε ζάχαρη πάνω στο βουνό. Αραχτοί, με τα κρέατά μας στο τζάκι, κρασάκι, μουσικούλα. Τι ωραία! Μόνο να μας πάνε λιγάκι καλύτερα φέτος οι μετοχές και του χρόνου τέτοια μέρα μπορεί να είμαι στο σπιτάκι μου στο βουνό. Δεν ζητάω τίποτε άλλο.

Ελλάδα, Ελλάδα, Ελλάδα. Έλεος. Πόσα χρόνια τον παρακαλάω τον μαλάκα να με βγάλει και λιγάκι στο εξωτερικό. Όλες οι κατίνες την μάθανε την Βιέννη εκτός από ‘μένα. Και έτσι τα καφέ κι αλλιώς οι αγορές και να και τα μουσεία και οι άμαξες με τ’ άλογα. Και δώστου και οι φωτογραφίες. Παλιοκαλτάκες. Αλλά δεν φταίνε αυτές. Αυτές καλά κάνουν. Ο δικός μου ο μαλάκας. Ο άχρηστος. Με τα μπουζούκια και τα λουλούδια του. Τα βαρέθηκα ρε! Θέλω εξωτερικό. Ά στο διάολο μαλάκα. Σούργελο έχουμε γίνει κάθε χρόνο πρώτο τραπέζι πίστα. Κι αυτός ο Ρέμος στην αρχή μ’ άρεζε αλλά τώρα το ‘ριξε στην ποιότητα και δεν κάνει κέφι. Και πληρώνει ο μαλάκας ουίσκια και λουλούδια. Ο μαλάκας, ο μέγας ο μαλάκας! Α στο διάολο ρε μαλάκα σε βαρέθηκα. Με τόσα λεφτά τώρα θα ήμασταν στην Ευρώπη, στον πολιτισμό. Να δει και ‘μας το μάτι μας κάτι καινούριο. Βλάχο έ βλάχο. Αλλά δεν θα κάνεις καμιά στραβή ξανά. Αυτή τη φορά συγχώρεση δεν έχει. Θα στα πάρω όλα και θα σε παρατήσω ξεβράκωτο. Μόνο κάνε ξανά καμιά πουτανιά και θα σου δείξω εγώ. Δεν ζητάω τίποτε άλλο.

Εύχομαι μόνο όταν με θάψουν να μου φορέσουν την μασέλα μου. Να μην μ’ έχουν στο κασόνι χωρίς δόντια. Να μην μοιάζω σαν ηλίθιος. Εύχομαι να το κάνουν από μόνοι τους γιατί ντρέπομαι να τους το ζητήσω. Δεν ξέρω γιατί αλλά ντρέπομαι. Κάθε πρωί που βλέπω τα μούτρα μου στον καθρέφτη της τουαλέτας χωρίς την μασέλα μου αισθάνομαι λύπηση για τον εαυτό μου. Φαίνομαι σαν χαζός και δεν μ’ αρέσει. Βγάζω γρήγορα την μασέλα μου απ’ το ποτήρι με το νερό και την βάζω στο στόμα μου. Ύστερα με ξανακοιτάζω και ανακτώ την αξιοπρέπειά μου. Ελπίζω πραγματικά να με θάψουν με την μασέλα μου. Μόνο αυτό. Δεν ζητάω τίποτε άλλο.

Αναρτήθηκε απόErwtas Stomaxhs στις 10:54 μμ 28 σχόλια  

Ξημέρωμα

Το φως τρυπώνει μέσα από τις γρίλιες. Μου προκαλεί μια άσχημη αίσθηση αυτό το φως που μπαίνει μέσα στο δωμάτιο σαν κλέφτης. Μ’ αρέσει να κάθομαι σιωπηλός στο σκοτάδι. Στο απόλυτο σκοτάδι. Είναι οι μοναδικές στιγμές γαλήνης που περνάω έχοντας τα μάτια ανοιχτά και αυτό το φως έρχεται να τις διαλύσει. Είναι ένα αμυδρό και αρρωστιάρικο γκρι φως. Είμαι σίγουρος ότι αυτό θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα δω πριν κλείσω τα μάτια μου μια για πάντα. Αυτή η γκρίζα καταχνιά θυμάμαι να με συντροφεύει μια ζωή. Αυτή η γαμημένη γκρίζα καταχνιά στις αυλές των σχολείων, στα παιδικά πάρτυ, στο πρώτο τσιγάρο, στο πρώτο γαμήσι, στο πρώτο ταξίδι. Στην φυγή. Δεν έχω κουράγιο να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι. Δεν θα την παλέψω και σήμερα. Σχηματίζεται στο μυαλό μου η σημερινή διαδρομή που θα ακολουθήσω μέχρι να ξαναξαπλώσω. Η ίδια διαδρομή εδώ και χρόνια. Μια διαδρομή που για κάποιους ίσως να ήταν θρίαμβος, ίσως να ήταν το ζητούμενο. Ποια διαδρομή να είναι το ζητούμενο άραγε; Ίσως το ζητούμενο να είναι το σβήσιμο της διαδρομής. Προχωρώ και σβήνω. Καλό ακούγεται. Ένας κοντορεβιθούλης που τρώει τα στραγάλια αντί να τα σκορπάει στο διάβα του για να βρει τον δρόμο της επιστροφής. Η ζωή μου έχει γίνει ένας κύκλος. Κάθε μέρα που περνάει είναι ο ίδιος κύκλος και σήμερα δεν έχω κουράγιο να τον ξανακάνω. Τα ίδια έλεγα όμως και χθες, τα ίδια έλεγα και προχθές, τα ίδια έλεγα και πέρσι. Θα χτυπήσει το ξυπνητήρι, θα το σταματήσω, θα σηκωθώ και θα φορέσω το μποξεράκι μου, θα ξύσω τον κώλο μου και θα πάω να πλύνω τα μούτρα και τα δόντια μου. Θα φτιάξω καφέ, θ’ ανάψω ένα τσιγάρο και θ’ ανοίξω το ραδιόφωνο. Θα πάει οκτώ και θα βγω απ’ το διαμέρισμα. Που και που φυτρώνει απ’ τις χαραμάδες μια ηλιαχτίδα και σχηματίζεται στον αέρα μια λεπτή γραμμή σκόνης. Έχω τα μάτια ανοιχτά και κοιτάω το ταβάνι. Απ’ την οροφή κρέμεται ένα παλιό χάρτινο φωτιστικό που απ’ τον καιρό και τον καπνό έχει κιτρινίσει. Σ’ ένα σημείο το χαρτί είναι σκισμένο και μέσα γυαλίζει ο γλόμπος. Ο δευτερολεπτοδείκτης απ’ το ξυπνητήρι ακούγεται σταθερά αγχώδης. Προσπαθώ να γυρίσω στο πλάι και να κλείσω ξανά τα μάτια μου. Ο ήχος απ’ τον δευτερολεπτοδείκτη γίνεται πιο βαθύς και το τέμπο πέφτει αισθητά... Όταν το γρανάζι ακουμπήσει την βελόνα που είναι καρφωμένη στην πλάτη του εφτά το μυαλό μου γίνεται άσπρο. Έχω φριχτό πονοκέφαλο. Ανακάθομαι στην άκρη του κρεβατιού. Θέλω να δώσω μια μπουνιά στο τενεκεδένιο ξυπνητήρι και να το κάνω χίλια κομμάτια όμως κάτι με σταματάει. Θυμάμαι την γιαγιά μου να το κουρδίζει με τα ζαρωμένα χέρια της κάθε βράδυ πριν ξαπλώσει. Μου ‘χει μείνει αυτή η εικόνα στο μυαλό. Καθόταν όπως κάθομαι εγώ τώρα στην άκρη του κρεβατιού της. Τα χέρια της έτρεμαν και το ξυπνητήρι της έπεφτε βαρύ. Έστρωνε τα μαλλιά της και προσπαθούσε να γύρει ήσυχα στο μαξιλάρι για να μην τα ανακατέψει. Ήταν μια ήσυχη γριά ευτυχισμένη μέσα στην επανάληψη της καθημερινότητάς της. Μου ‘λεγε πάντα να έχω υπομονή. Μου ‘λεγε ότι με την υπομονή μπορούμε να πετύχουμε τα πάντα. Αλλά τι είναι τα πάντα; Εγώ δεν θέλω τα πάντα. Ο χρόνος πάει πακέτο με τις ρυτίδες και το κούρδισμα του ξυπνητηριού μου θυμίζει πως πετάω κάθε μέρα τη ζωή μου στις μασέλες της ρουτίνας. Σηκώνομαι και φοράω ένα μποξεράκι, πηγαίνω στην τουαλέτα και κατουράω. Ανοίγω την βρύση και καθώς ρίχνω νερό στα μούτρα μου κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Φαίνομαι νέος ακόμα. Είμαι κιόλας. Απλά το ξεχνάω πολύ εύκολα. Το πρόσωπό μου στον καθρέφτη είναι κάθε φορά διαφορετικό. Νομίζω ότι κάθε φορά που το αντικρίζω εκπλήσσομαι. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με εκπλήσσει. Ίσως να είναι το κενό που βλέπω μέσα στο βλέμμα μου. Είναι πιο πολύ φόβος παρά έκπληξη. Φόβος. Κλείνω την βρύση και συνεχίζω να παρατηρώ το πρόσωπό μου. Τι υπάρχει εκεί μέσα; Τι κρύβεται κάτω από αυτό το δέρμα; Κενό και φόβος. Κοιτάζω κατευθείαν μέσα στα μάτια. Τα ζυγωματικά, το μέτωπο, την μύτη, το στόμα, τα μαλλιά. Φτύνω στον νιπτήρα και κλείνω το φως. Πηγαίνω στην κουζίνα. Ανοίγω το ντουλάπι με τον καφέ και τα ποτήρια. Παίρνω μια κούπα, βάζω μέσα μια κουταλιά καφέ και γεμίζω τον βραστήρα με νερό. Αφού το νερό βράσει γεμίζω την κούπα και ανακατεύω τον καφέ. Δεν υπάρχει συναίσθηση των πράξεων στην όλη διαδικασία. Όλα γίνονται μηχανικά. Ανάβω τσιγάρο. Προσπαθώ τουλάχιστον το πρώτο να το απολαύσω. Απ’ το δεύτερο και μετά η αίσθηση χάνεται. Γουστάρω να κάνω κυκλάκια με τον καπνό. Τα στέλνω στα πλακάκια του τοίχου και διαλύονται σαν φαντάσματα που αντικρίζουν το είδωλό τους στον καθρέφτη. Προσπαθώ να πετύχω το πλακάκι με την πράσινη μπολντούρα. Τα καταφέρνω. Σκέφτομαι ότι έχω ένα εντελώς άχρηστο ταλέντο. Φυσάω τον καπνό στο ταβάνι και ξεροτανιέμαι. Η ώρα έχει πάει εφτάμιση. Έτσι λέει τουλάχιστον το ρολόι της κουζίνας αν και αυτό ποτέ δεν το εμπιστεύομαι. Ήταν στο σπίτι ήδη όταν μπήκα εγώ. Μάλλον το είχε ξεχάσει ο προηγούμενος ενοικιαστής ή το είχε αφήσει επίτηδες επειδή δεν λειτουργεί σωστά. Το αφήνω εκεί γιατί μου δίνει την αίσθηση ότι επαναστατεί απέναντι σ’ αυτήν την κοινωνική σύμβαση που λέγεται «ώρα». Έχω ανάψει ήδη δεύτερο τσιγάρο. Ήμουν σίγουρος ότι θα το έκανα ασυναίσθητα χωρίς να το πάρω χαμπάρι. Η ζωή μου περνάει ασυναίσθητα. Όλα γίνονται σαν να πρέπει να γίνονται έτσι όπως γίνονται. Ο καπνός σχηματίζει στον αέρα σαύρες. Σαύρες με σιχαμερές ουρές και νύχια. Ρουφάω μια γουλιά ζεστό καφέ. Ο λαιμός μου έχει πιαστεί και περιστρέφω κυκλικά το κεφάλι. Για λίγο με ανακουφίζει. Ανοίγω το ράδιο. Πετυχαίνω ένα πρωινό δελτίο ειδήσεων και αφήνω εκεί την βελόνα. Εχθές το πρωί αυτοκτόνησε κάποιος εργάτης στην Ανατολική Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τον συνεργάτη του, την ώρα που έκανε διάλειμμα και κοίταζε από την πλάκα της νεόδμητης οικοδομής την πόλη να απλώνεται κάτω απ’ το πρώτο φως της ημέρας έκανε ένα σάλτο και βρέθηκε λιωμένος στην άσφαλτο. Ήταν λέει σιωπηλός και σκεφτικός. Σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες του συνεργάτη του χρωστούσε πολλά χρήματα και είχε απελπιστεί. Άφησε πίσω του την γυναίκα του χήρα και την κόρη τους ορφανή. Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να τον φανταστώ. Θα ήθελα να πάω στην κηδεία του. Θα ήθελα να παρηγορήσω την γυναίκα του. Θα ήθελα να χαϊδέψω τα μαλλιά της κόρης του και να της δώσω ένα φιλί εκ μέρους του. Κλαίω. Έχω κλειστά τα μάτια και κλαίω. Πότε έκλαψα την τελευταία φορά; Δεν θυμάμαι. Δεν έκλαψα πάντως στην κηδεία του πατέρα μου. Ούτε ένα δάκρυ δεν έχυσα. Κλαίω και μ’ αρέσει. Θέλω να κλάψω με μανία όπως τότε. Τότε που το μίσος μέσα μου έβραζε. Τότε που το μίσος κατοικούσε μέσα μου. Τότε που ήμουν ζωντανός μέσα στην απουσία μου ενώ τώρα είμαι νεκρός. Ο καφές στάζει στο πάτωμα και τα μάτια μου είναι θολά. Το μυαλό μου είναι θολό. Αφήνω την κούπα στο τραπέζι. Ανασαίνω με δυσκολία. Αισθάνομαι εξάντληση. Το τσιγάρο στο τασάκι έχει καεί μόνο του. Σκέφτομαι ότι είναι πιο αξιοπρεπές να καίγεσαι μόνος σου παρά να σε καίνε οι άλλοι. Είναι σίγουρα προτιμότερο να καίγεσαι…

Αναρτήθηκε απόErwtas Stomaxhs στις 8:37 μμ 10 σχόλια  

Νύχτωμα

-γεια σου γιαγιά. Μ’ ακούς; Εγώ είμαι. Ήρθα να σε δω.
-…ήρθες από τόσο μακριά… γιατί τώρα; … κλαις;
-μη φύγεις γιαγιά… λυπάμαι που έγιναν έτσι τα πράματα και…
-ξέρουν οι άλλοι ότι είσαι εδώ; Ξέρουν ότι ήρθες;
-όχι… κανείς… μόνο εσύ και ο Αντρέας. Ήθελα να σε δω.
-που είναι ο Αντρέας μου τώρα;
-έξω είναι γιαγιά. Του ‘πα να μας αφήσει λιγάκι μόνους.
-γιατί;
-…
-για να μη σε δει να κλαις; Γιατί ήσουν τόσο εγωιστής παιδί μου;
-…
-μόλις μάθαμε ότι έφυγες έγινε χαλασμός. Ο πατέρας σου σε έψαχνε. Θα πας να δεις τον πατέρα σου;
-όχι γιαγιά.
-στο ζητάω σαν χάρη. Κάνε μου αυτήν την τελευταία χάρη και πήγαινε να τον βρεις. Τον γέρασες τον πατέρα σου.
-σ’ αγαπώ γιαγιά. Συγγνώμη.
-ήξερα ότι θα ‘ρθεις. Μέσα μου το ήξερα και σε περίμενα. Τώρα πια μπορώ να τελειώσω. Σήμερα θα με πάρει... Έχεις ένα κέρμα; Βάλτο μου εσύ στο χέρι και φύγε. Μη με δεις ξεψυχισμένη. Δεν θέλω να με δεις ξεψυχισμένη. Μόνο δώσε μου ένα κέρμα για τον βαρκάρη.
-μη με διώχνεις γιαγιά.
-έχεις ένα κέρμα; Δώσ’ το μου εδώ να πάρεις την ευχή μου.
-…
-σκούπισε το κλάμα και φύγε. Θέλω να βρεις τον πατέρα σου. Να έχεις την ευχή μου παιδί μου…

Τρέχω σαν τον σκύλο. Τρέχω σαν αλήτης. Εξόριστος. Τρέχω σαν κάποιον χωρίς πρόσωπο. Μέσα μου το μίσος βράζει. Μέσα μου το μίσος βράζει. Μέσα μου το μίσος. Όλα έγιναν ερήμην μου εδώ κάτω. Ήμουν μια ζωή απών και κατά κάποιον τρόπο παρών αλλά χωρίς ν’ ακουμπάω. Μάλλον αυτή είναι η σωστή περιγραφή. Παρών χωρίς ν’ ακουμπάω. Παράλυτος. Ή ανάπηρος με ακρωτηριασμένα χέρια. Ή μουγγός με την γλώσσα κομμένη από την ρίζα. Ή ακόμη χειρότερα τραυλός, καταδικασμένος στην ασυνεννοησία. Ή μήπως ήμουν σαν κάποιον χωρίς πρόσωπο. Απλά διάφανος, απλά ασήμαντος, απλά… μέσα μου το μίσος. Τρέχω και τα δάκρυά μου καίνε. Όποιον ακουμπήσουν θα του κάνουν τρύπες, σαν μια λάβα που καταπίνει τα πάντα. Το μόνο αληθινό. Τα δάκρυα μου που καίνε. Φτάνω στην θάλασσα. Η ανάσα μου είναι γρήγορη, βγαίνει από μέσα. Είναι βαθιά. Γρήγορη και βαθιά. Μακάρι να ‘ταν έτσι η ζωή μου. Γρήγορη και βαθιά σαν μια ανάσα. Ούτε καν αυτό δεν είναι. Η ζωή μου είναι μια απουσία. Μια απουσία ξερή στο απουσιολόγιο του φυτού της τάξης. Μια απουσία μιας ώρας. Ο καθηγητής παίρνει το απουσιολόγιο στα χέρια. Βλέπει την απουσία μου. Ρίχνει μια ματιά στην τάξη, σφίγγει τα χείλη και βγάζει έναν ήχο σαν κλανιά. Έπειτα ακουμπάει το απουσιολόγιο στην έδρα και το κλείνει. Αυτό είναι η ζωή μου. Η μικρή γελοία λέξη «απών», στο αναλώσιμο απουσιολόγιο του φυτού της τάξης. Μέσα μου το μίσος βράζει. Τα δάκρυά μου ζωντανεύουν την σκοτωμένη θάλασσα. Η θάλασσα είναι καφέ σαν τα σκουλίκια στο χώμα που τρώνε την γιαγιά μου και τα δάκρυά μου την ζωντανεύουν. Κάνουν την καφέ θάλασσα να κυματίζει και να παίρνει σχήματα σαν να κάνεις μπανιστήρι μέσα από καλειδοσκόπιο. Τα φώτα στο βάθος είναι κίτρινα σαν πυρετός. Άντρες με παλτά καπνίζουν και περπατάνε αργά αγκαζέ με κάποια συντροφιά.
Δεν περιμένω κανείς να δώσει σημασία.
Είμαι μία απουσία.
Μες στο ξημέρωμα τα φώτα σβήνουν, όπως θα σβήνει αυτήν την ώρα και η γιαγιά. Το άστρο ξεθωριάζει. Είναι το ίδιο άστρο που έβλεπα εχθές μέσα απ’ το παράθυρο του τραίνου. Το ίδιο τρεμουλιαστό φοβισμένο άστρο. Το άστρο είναι τόσο χεσμένο απ’ τον φόβο όσο και η ψυχή μου. Το φως της ψυχής μου σβήνει μπαίνοντας η μέρα. Το πρόσωπό μου χάνεται ξανά μπαίνοντας η μέρα. Δεν τρέχω πια μπαίνοντας η μέρα. Πηγαίνω ήσυχα όπως ο κόσμος. Κοιτάζω κάτω και ίσια. Κάτω και ίσια ως τον τερματικό σταθμό. Ως τον σταθμό που το λεωφορείο αποσυμπιέζει τον αέρα απ’ τα φρένα και σβήνει την μηχανή. Θα ‘θελα να ‘μουν καταρράκτης. Μια σκέτη απώλεια κι όμως ο κόσμος να με χαζεύει. Να μη ζητάει τίποτα από ‘μένα, μόνο να χαζεύει. Καμία εκμετάλλευση, καμία χρησιμότητα κανένα δούναι και λαβείν. Μόνο μια σχέση αμφίρροπη χωρίς συναλλαγή. Όποτε θέλω να μιλάω κι όποτε θέλω να σιωπώ και κανείς να μη λέει τίποτα. Καμιά διαμαρτυρία, κανένα δελτίο παραπόνων. Μέσα μου το μίσος βράζει κι όμως περπατάω αργά όπως ο κόσμος και κοιτάζω κάτω και ίσια. Δεν θα τον ψάξω. Όχι. Δεν θα τον ψάξω. Κι ας πάει χαμένη η ευχή της γιαγιάς. Χαμένη… όπως το φτερούγισμα μιας πεταλούδας που δεν μπορεί να προκαλέσει σεισμό στην άλλη άκρη του κόσμου. Όπως ήρθα, θα φύγω και πάλι. Θα μπω το βράδυ στο τραίνο, θα δω το φως του φοβισμένου άστρου να τρεμοπαίζει μέσα στον ουρανό της νύχτας. Θα δω τον κόσμο βιαστικό ν’ αποβιβάζεται στους επαρχιακούς σταθμούς. Κάποιους κάποιοι θα τους περιμένουν και θα τους αγκαλιάσουν μόλις κατέβουν, κάποιοι θα καλέσουνε ταξί ανάβοντας τσιγάρο και κουμπώνοντας το παλτό τους. Εγώ μόλις φτάσω στο τέρμα της γραμμής θ’ αρχίσω να τρέχω. Μέσα στην νύχτα τρέχω σαν τον σκύλο. Τρέχω σαν αλήτης. Εξόριστος. Τρέχω σαν κάποιον που δεν έχει πρόσωπο.

-Αντρέα…
-αυτό ήταν;
-αυτό ήταν… κοίτα εδώ… κρατάει ένα κέρμα.
-…
-ήταν εδώ ο άλλος εχθές; Τον κάλεσες εσύ;
-…
-καταραμένος να ‘ναι…

Αναρτήθηκε απόErwtas Stomaxhs στις 3:27 μμ 14 σχόλια